Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sprawl
01
απλώνω, ξαπλώνω
to spread out one's limbs in a relaxed manner while sitting, falling, etc.
Intransitive: to sprawl
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sprawl
γ΄ ενικό πρόσωπο
sprawls
ενεστώτα μετοχή
sprawling
απλός αόριστος
sprawled
παθητική μετοχή
sprawled
Παραδείγματα
Exhausted after the long hike, he decided to sprawl on the grass and enjoy the view.
Εξαντλημένος μετά από τη μεγάλη πεζοπορία, αποφάσισε να απλωθεί στο γρασίδι και να απολαύσει τη θέα.
02
απλώνομαι, εξαπλώνομαι ατακτικά
to extend or spread out in a disorderly or irregular manner
Intransitive: to sprawl somewhere
Παραδείγματα
The overgrown garden had wild plants and tangled vines that sprawled across the entire yard
Ο αγριεμένος κήπος είχε άγρια φυτά και μπερδεμένα κλήματα που απλώνονταν σε όλη την αυλή.
Sprawl
01
εξάπλωση, αδέξια στάση
an ungainly posture with arms and legs spread about
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sprawls
02
αστική εξάπλωση, συνεχές δίκτυο αστικών κοινοτήτων
an aggregation or continuous network of urban communities



























