to bemock
be
bi
mock
ˈmɒk
mok

Ορισμός και σημασία του "bemock"στα αγγλικά

to bemock
01

χλευάζω, περιπαίζω

to mock or ridicule someone 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bemock
γ΄ ενικό πρόσωπο
bemocks
ενεστώτα μετοχή
bemocking
απλός αόριστος
bemocked
παθητική μετοχή
bemocked
Παραδείγματα
The crowd bemocked the speaker’s nervous stutter. 

Το πλήθος χλεύασε το νευρικό τραύλισμα του ομιλητή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store