to bemock
Pronunciation
/bɪmˈɑːk/

Ορισμός και σημασία του "bemock"στα αγγλικά

to bemock
01

χλευάζω, περιπαίζω

to mock or ridicule someone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bemock
γ΄ ενικό πρόσωπο
bemocks
ενεστώτα μετοχή
bemocking
απλός αόριστος
bemocked
παθητική μετοχή
bemocked
Παραδείγματα
The internet bemocked the celebrity ’s awkward interview.
Το ίντερνετ χλεύασε την άβολη συνέντευξη του διάσημου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store