Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bemock
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bemock
γ΄ ενικό πρόσωπο
bemocks
ενεστώτα μετοχή
bemocking
απλός αόριστος
bemocked
παθητική μετοχή
bemocked
Παραδείγματα
The internet bemocked the celebrity ’s awkward interview.
Το ίντερνετ χλεύασε την άβολη συνέντευξη του διάσημου.



























