Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bemock
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bemock
γ΄ ενικό πρόσωπο
bemocks
ενεστώτα μετοχή
bemocking
απλός αόριστος
bemocked
παθητική μετοχή
bemocked
Παραδείγματα
The crowd bemocked the speaker’s nervous stutter.
Το πλήθος χλεύασε το νευρικό τραύλισμα του ομιλητή.



























