sporadic
spo
spə
spē
ra
ˈræ
dic
dɪk
dik
saccadicnomadicdyadic

Ορισμός και σημασία του "sporadic"στα αγγλικά

01

σποραδικός, περιστασιακός

occurring from time to time, in an irregular manner 
sporadic definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sporadic
συγκριτικός βαθμός
more sporadic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The sporadic rainfall throughout the day led to unpredictable weather conditions. 

Οι σποραδικές βροχοπτώσεις κατά τη διάρκεια της ημέρας οδήγησαν σε απρόβλεπτες καιρικές συνθήκες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store