sporadic
Pronunciation
/spɝˈædɪk/

Ορισμός και σημασία του "sporadic"στα αγγλικά

01

σποραδικός, περιστασιακός

occurring from time to time, in an irregular manner
sporadic definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sporadic
συγκριτικός βαθμός
more sporadic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
We experienced sporadic internet connectivity issues during the storm.
Βιώσαμε sporadic ζητήματα σύνδεσης στο διαδίκτυο κατά τη διάρκεια της καταιγίδας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store