spore
spore
spɔr
σπορ
/spˈɔː/

Ορισμός και σημασία του "spore"στα αγγλικά

01

σπόριο, αναπαραγωγικό κύτταρο

a reproductive cell capable of developing into a new organism without fusion with another cell, often adapted for survival in harsh conditions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
spores
Παραδείγματα
The resilient spore can survive extreme temperatures, making it a crucial survival mechanism for certain bacteria.
Το ανθεκτικό σπόριο μπορεί να επιβιώσει σε ακραίες θερμοκρασίες, κάνοντάς το κρίσιμο μηχανισμό επιβίωσης για ορισμένα βακτήρια.

Λεξικό Δέντρο

macrospore
microspore
spore
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store