split second
split
ˈsplɪt
split
se
se
cond
kənd
kēnd

Ορισμός και σημασία του "split second"στα αγγλικά

01

κλάσμα του δευτερολέπτου, στιγμή

an extremely brief or nearly instantaneous moment of time 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
split seconds
Παραδείγματα
In a split second, the car swerved to avoid the accident. 

Σε ένα κλάσμα του δευτερολέπτου, το αυτοκίνητο γλίστρησε για να αποφύγει το ατύχημα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store