Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to spill over
01
ξεχειλίζω, χύνομαι
(of a container) to be filled beyond its capacity, causing its contents to flow over the edges
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
over
βασικό ρήμα
spill
ενεστώτας
spill over
γ΄ ενικό πρόσωπο
spills over
ενεστώτα μετοχή
spilling over
απλός αόριστος
spilled over
παθητική μετοχή
spilled over
Παραδείγματα
When pouring batter into the cake pan, make sure not to fill it too much, or the mixture may spill over during baking.
Όταν ρίχνετε το μείγμα στο ταψί, φροντίστε να μην το γεμίσετε πολύ, διαφορετικά το μείγμα μπορεί να ξεχειλίσει κατά το ψήσιμο.
02
ξεχειλίζω, εξαπλώνομαι
to overflow with a specific emotion
Παραδείγματα
The joy from winning the championship spilled over into the streets as fans celebrated late into the night.
Η χαρά από τη νίκη στο πρωτάθλημα ξεχείλισε στους δρόμους καθώς οι οπαδοί γιόρταζαν μέχρι αργά τη νύχτα.



























