Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to spill over
[phrase form: spill]
01
ξεχειλίζω, χύνομαι
(of a container) to be filled beyond its capacity, causing its contents to flow over the edges
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
over
βασικό ρήμα
spill
ενεστώτας
spill over
γ΄ ενικό πρόσωπο
spills over
ενεστώτα μετοχή
spilling over
απλός αόριστος
spilled over
παθητική μετοχή
spilled over
Παραδείγματα
In the laboratory, caution is necessary to avoid chemicals spilling over the edges of containers.
Στο εργαστήριο, απαιτείται προσοχή για να αποφευχθεί η υπερχείλιση των χημικών ουσιών από τα άκρα των δοχείων.
02
ξεχειλίζω, εξαπλώνομαι
to overflow with a specific emotion
Παραδείγματα
The excitement about the upcoming event spilled over, influencing attendance and generating widespread anticipation.
Ο ενθουσιασμός για την επερχόμενη εκδήλωση ξεχείλισε, επηρεάζοντας την προσέλευση και δημιουργώντας ευρεία προσμονή.



























