spicy
spi
ˈspaɪ
spai
cy
si
si
spinyspacyspiky
spicey

Ορισμός και σημασία του "spicy"στα αγγλικά

01

πικάντικος, καυτερός

having a strong taste that gives your mouth a pleasant burning feeling 
spicy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
spiciest
συγκριτικός βαθμός
spicier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The spicy salsa made with fresh jalapeños added a kick to the chips. 

Η πικάντικη σάλσα που φτιάχτηκε με φρέσκα χαλαπένιος έδωσε μια νότα στα τσιπς.

02

πικάντικος, αισχρός

suggestive of sexual impropriety or indecency 
Παραδείγματα
The comedian’s routine was filled with spicy jokes that pushed the boundaries of good taste. 

Η ρουτίνα του κωμικού ήταν γεμάτη με πικάντικα αστεία που έσπρωχναν τα όρια της καλής γεύσης.

03

πικάντικος, συναρπαστικός

interesting or exciting in a lively way 
Παραδείγματα
The new TV show has a spicy plot that keeps viewers hooked. 

Η νέα τηλεοπτική εκπομπή έχει μια πικάντικη πλοκή που κρατά τους θεατές κολλημένους.

Λεξικό Δέντρο

spicily
spiciness
spicy
spic
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store