Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
spicy
01
πικάντικος, καυτερός
having a strong taste that gives your mouth a pleasant burning feeling
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
spiciest
συγκριτικός βαθμός
spicier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The spicy salsa made with fresh jalapeños added a kick to the chips.
Η πικάντικη σάλσα που φτιάχτηκε με φρέσκα χαλαπένιος έδωσε μια νότα στα τσιπς.
Παραδείγματα
The comedian’s routine was filled with spicy jokes that pushed the boundaries of good taste.
Η ρουτίνα του κωμικού ήταν γεμάτη με πικάντικα αστεία που έσπρωχναν τα όρια της καλής γεύσης.
Λεξικό Δέντρο
spicily
spiciness
spicy
spic



























