specked
specked
spɛkt
σπεκτ
/spˈɛkt/

Ορισμός και σημασία του "specked"στα αγγλικά

01

στικτός, πουλιάριστος

marked with small spots or specks, typically scattered across a surfac
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most specked
συγκριτικός βαθμός
more specked
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The dog ’s specked fur had patches of white and black, creating a unique pattern.
Το στικτό τρίχωμα του σκύλου είχε κηλίδες λευκού και μαύρου, δημιουργώντας ένα μοναδικό μοτίβο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store