Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to spearhead
01
ηγούμαι, είμαι στην πρώτη γραμμή
to be the person who leads something like an attack, campaign, movement, etc.
Transitive: to spearhead an attach or endeavor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
spearhead
γ΄ ενικό πρόσωπο
spearheads
ενεστώτα μετοχή
spearheading
απλός αόριστος
spearheaded
παθητική μετοχή
spearheaded
Παραδείγματα
The CEO spearheaded a new business strategy to revitalize the company.
Ο CEO ηγήθηκε μιας νέας επιχειρηματικής στρατηγικής για την αναζωογόνηση της εταιρείας.
Spearhead
01
αιχμή δόρατος, κεφαλή δόρατος
the head and sharpened point of a spear
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
spearheads
02
αιχμή του δόρατος, πρωτοπορία
the leading military unit in an attack
03
αιχμή, ηγέτης
someone who leads or initiates an activity (attack or campaign etc.)
Λεξικό Δέντρο
spearhead
spear
head



























