Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to spatter
01
πλατσουρίζω, ψεκάζω
to splash small particles of a liquid in a random manner
Transitive: to spatter a liquid somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
spatter
γ΄ ενικό πρόσωπο
spatters
ενεστώτα μετοχή
spattering
απλός αόριστος
spattered
παθητική μετοχή
spattered
Παραδείγματα
The artist used a brush to spatter paint onto the canvas, creating a dynamic and textured effect.
Ο καλλιτέχνης χρησιμοποίησε ένα πινέλο για να προσρίψει χρώμα στον καμβά, δημιουργώντας ένα δυναμικό και υφής εφέ.
02
πιτσιλίζω, κηλιδώνω
to cover a surface with drops or spots of a substance
Transitive: to spatter a surface with a liquid
Παραδείγματα
The kitchen wall was spattered with grease from years of cooking without a hood.
Ο τοίχος της κουζίνας ήταν περιχαραγμένος με λίπος μετά από χρόνια μαγειρέματος χωρίς κουκούλα.
03
πλατσουρίζω, ψεκάζω
to spurt or burst forth in scattered drops
Intransitive: to spatter somewhere
Παραδείγματα
As the waves crashed against the rocks, seawater spattered onto the shore.
Καθώς τα κύματα χτυπούσαν στα βράχια, θαλασσινό νερό παρέσυρε στην ακτή.
Spatter
01
παντζούρι, ψιχάλα
the act of splashing a (liquid) substance on a surface
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
spatters
02
πλατσούρισμα, κροτάλισμα
the noise of something spattering or sputtering explosively



























