Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Spawn
01
αυγά, γέννα
the eggs that an aquatic animal or an amphibian lays and are covered with a transparent layer
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
to spawn
01
γεννώ, αναπαράγομαι
(of a fish, frog, etc.) to lay or release eggs
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
spawn
γ΄ ενικό πρόσωπο
spawns
ενεστώτα μετοχή
spawning
απλός αόριστος
spawned
παθητική μετοχή
spawned
Παραδείγματα
The salmon swim upstream to spawn in the same river where they were born.
Ο σολομός κολυμπάει αντίθετα με το ρεύμα για να γεννήσει στο ίδιο ποτάμι όπου γεννήθηκε.
02
γεννώ, δημιουργώ
to cause something to be created, particularly in large numbers
Transitive: to spawn sth
Παραδείγματα
The new policy is expected to spawn numerous job opportunities in the tech sector.
Προβλέπεται ότι η νέα πολιτική θα δημιουργήσει πολλές ευκαιρίες εργασίας στον τομέα της τεχνολογίας.



























