Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to spat
01
χτυπώ, παλαμάκια
to clap together or strike the hands
Transitive: to spat one's hands
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
spat
γ΄ ενικό πρόσωπο
spats
ενεστώτα μετοχή
spatting
απλός αόριστος
spatted
παθητική μετοχή
spatted
Παραδείγματα
The children gathered in a circle, singing and spatting their hands in time with the music.
Τα παιδιά μαζεύτηκαν σε έναν κύκλο, τραγουδώντας και χτυπώντας τα χέρια τους στο ρυθμό της μουσικής.
02
τσακώνομαι, μαλώνω
to have a quick and small argument, usually over unimportant matters
Intransitive: to spat | to spat about sth | to spat over sth
Παραδείγματα
Friends occasionally spat about choosing a place to eat for lunch.
Οι φίλοι περιστασιακά τσακώνονταν για την επιλογή ενός μέρους για μεσημεριανό.
03
αποκτώ γόνους, απελευθερώνω προνύμφες
(of shellfish) to spawn or release larvae
Intransitive
Παραδείγματα
The oysters spat during the breeding season, releasing their larvae into the water.
Τα στρείδια γεννούν κατά τη διάρκεια της αναπαραγωγικής περιόδου, απελευθερώνοντας τις προνύμφες τους στο νερό.
04
πλατσούρισμα, χτύπημα
to produce a splattering or smacking noise
Intransitive
Παραδείγματα
The rain spatted against the windowpane, creating a rhythmic tapping sound.
Η βροχή χτύπησε στο τζάμι, δημιουργώντας έναν ρυθμικό ήχο χτυπήματος.
Spat
01
μια μικρή καβγά, ένας ασήμαντος τσακωμός
a short quarrel about a matter that is unimportant
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
spats
02
νέο στρείδι, πρόσφατα εγκατεστημένο στρείδι
a young oyster or other bivalve that has recently settled and attached itself to a surface in its natural habitat
03
περικνημίδα, καλτσοδέτα
a cloth covering (a legging) that covers the instep and ankles
Λεξικό Δέντρο
spatter
spat



























