Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to spat
01
χτυπώ, παλαμάκια
to clap together or strike the hands
Transitive: to spat one's hands
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
spat
γ΄ ενικό πρόσωπο
spats
ενεστώτα μετοχή
spatting
απλός αόριστος
spatted
παθητική μετοχή
spatted
Παραδείγματα
In traditional folk dances, participants often spat their hands to the music.
Στους παραδοσιακούς λαϊκούς χορούς, οι συμμετέχοντες συχνά χτυπάνε τα χέρια τους στη μουσική.
02
τσακώνομαι, μαλώνω
to have a quick and small argument, usually over unimportant matters
Intransitive: to spat | to spat about sth | to spat over sth
Παραδείγματα
May and her husband spat about where to go on vacation for the weekend.
Η May και ο σύζυγός της τσακώθηκαν για το πού να πάνε για διακοπές το σαββατοκύριακο.
03
αποκτώ γόνους, απελευθερώνω προνύμφες
(of shellfish) to spawn or release larvae
Intransitive
Παραδείγματα
The conservation efforts focused on protecting the areas where shellfish spat.
Οι προσπάθειες διατήρησης επικεντρώθηκαν στην προστασία των περιοχών όπου τα οστρακοειδή αποθέτουν αυγά.
04
πλατσούρισμα, χτύπημα
to produce a splattering or smacking noise
Intransitive
Παραδείγματα
The horse 's hooves spatted against the muddy ground as it galloped through the field.
Οι οπλές του αλόγου χτυπούσαν στο λασπωμένο έδαφος καθώς έτρεχε στο χωράφι.
Spat
01
μια μικρή καβγά, ένας ασήμαντος τσακωμός
a short quarrel about a matter that is unimportant
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
spats
02
νέο στρείδι, πρόσφατα εγκατεστημένο στρείδι
a young oyster or other bivalve that has recently settled and attached itself to a surface in its natural habitat
03
περικνημίδα, καλτσοδέτα
a cloth covering (a legging) that covers the instep and ankles
Λεξικό Δέντρο
spatter
spat



























