soy
soy
sɔɪ
soy
roigoycoyhoy

Ορισμός και σημασία του "soy"στα αγγλικά

01

σόγια, σόγιας

a leguminous plant rich in protein, used for food, fodder, and protein replacement 
soy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
soys
Παραδείγματα
Soy is a major source of plant-based protein. 

Η σόγια είναι μια σημαντική πηγή φυτικής πρωτεΐνης.

02

σάλτσα σόγιας, σάλτσα σόγια

a thin, salty sauce produced by fermenting soybeans 
soy definition and meaning
Παραδείγματα
She added soy to the stir-fry. 

Πρόσθεσε σάλτσα σόγιας στο τηγανητό.

03

σόγια, φασόλι σόγιας

a source of oil used in cooking, forage, soil enrichment, and food production 
Παραδείγματα
Soy oil is widely used in salad dressings. 

Το λάδι σογιάς χρησιμοποιείται ευρέως σε σάλτσες σαλάτας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store