belonging
Pronunciation
/bɪˈlɑŋɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "belonging"στα αγγλικά

01

ανήκειν, αίσθηση του να ανήκεις

the feeling of being happy or comfortable in a specific situation or group
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Volunteering at the animal shelter provided her with a sense of belonging and fulfillment as she connected with like-minded individuals.
Η εθελοντική εργασία στο καταφύγιο ζώων της προσέφερε μια αίσθηση ανήκειν και ικανοποίησης καθώς συνδέθηκε με ομοϊδεάτες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store