belonging
be
bi
lon
ˈlɒn
lon
ging
gɪng
ging

Ορισμός και σημασία του "belonging"στα αγγλικά

01

ανήκειν, αίσθηση του να ανήκεις

the feeling of being happy or comfortable in a specific situation or group 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
belongings
Παραδείγματα
Finding a sense of belonging in a new city can take time, but joining local clubs and groups helps build connections. 

Η εύρεση μιας αίσθησης ανήκειν σε μια νέα πόλη μπορεί να πάρει χρόνο, αλλά η συμμετοχή σε τοπικές ομάδες και κλαμπ βοηθά στη δημιουργία συνδέσεων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

belonging
belong
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store