Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bellyache
01
πονοκοιλιά, κοιλιακός πόνος
an ache localized in the stomach or abdominal region
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bellyaches
to bellyache
01
παραπονιέμαι, γκρινιάζω
complain
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bellyache
γ΄ ενικό πρόσωπο
bellyaches
ενεστώτα μετοχή
bellyaching
απλός αόριστος
bellyached
παθητική μετοχή
bellyached
Λεξικό Δέντρο
bellyache
belly
ache



























