bellyache
be
ˈbɛ
μπε
lly
li
λι
ache
ˌeɪk
εικ

Ορισμός και σημασία του "bellyache"στα αγγλικά

01

πονοκοιλιά, κοιλιακός πόνος

an ache localized in the stomach or abdominal region 
bellyache definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
bellyaches
to bellyache
01

παραπονιέμαι, γκρινιάζω

complain 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bellyache
γ΄ ενικό πρόσωπο
bellyaches
ενεστώτα μετοχή
bellyaching
απλός αόριστος
bellyached
παθητική μετοχή
bellyached

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

bellyache

belly

+

ache

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store