Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to belong to
01
ανήκω σε, είμαι ιδιοκτησία
to be owned by a particular person or group
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
to
βασικό ρήμα
belong
ενεστώτας
belong to
γ΄ ενικό πρόσωπο
belongs to
ενεστώτα μετοχή
belonging to
απλός αόριστος
belonged to
παθητική μετοχή
belonged to
Παραδείγματα
The beautiful garden belongs to the community and is open to everyone.
Ο όμορφος κήπος ανήκει στην κοινότητα και είναι ανοιχτός σε όλους.
02
ανήκω σε, είμαι μέλος
to be a member or part of a particular group or organization
Παραδείγματα
Can you believe he used to belong to a rock band during college?
Μπορείς να πιστέψεις ότι ανήκε σε ένα ροκ συγκρότημα κατά τη διάρκεια του κολεγίου;
03
ανήκω σε, κυριαρχώ
to be the most successful or popular individual in a particular activity
Παραδείγματα
The 100m sprint belongs to Usain Bolt thanks to his unmatched speed and multiple Olympic golds.
Τα 100 μέτρα ανήκουν στον Γιουσέιν Μπολτ χάρη στην απαράμιλλη ταχύτητά του και τα πολλαπλά ολυμπιακά χρυσά μετάλλια.



























