sore
sore
sɔ:
saw
scorestoreshoresnore

Ορισμός και σημασία του "sore"στα αγγλικά

01

πονεμένος, ευαίσθητος

(of a body part) feeling painful or tender, often as a result of injury, strain, or illness 
sore definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
sorest
συγκριτικός βαθμός
sorer
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
health, sensation, body
Παραδείγματα
Jane's throat was sore, making it difficult for her to swallow, after catching a cold. 

Ο λαιμός της Jane ήταν πιονεμένος, κάνοντάς της δύσκολη την κατάποση, αφού πήρε κρυολόγημα.

02

πικραμένος, ενοχλημένος

feeling or showing irritation or resentment, often because of a perceived slight or offense 
Παραδείγματα
He felt sore after his colleague made a dismissive comment about his idea. 

Αισθάνθηκε πικραμένος αφού ο συνάδελφός του έκανε μια περιφρονητική παρατήρηση για την ιδέα του.

03

επίπονος, οδυνηρός

causing misery or pain or distress 
01

πληγή, έλκος

a painful spot on the skin, which is usually red or infectious 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
sores

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

sorely
soreness
sore
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store