Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sore
01
πονεμένος, ευαίσθητος
(of a body part) feeling painful or tender, often as a result of injury, strain, or illness
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
sorest
συγκριτικός βαθμός
sorer
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Mary had a sore tooth that made it painful for her to chew on that side of her mouth.
Η Mary είχε ένα πονούμενο δόντι που της έκανε επώδυνο το μάσημα από αυτήν την πλευρά του στόματός της.
Παραδείγματα
She tried to mask her sore feelings when her friends forgot her birthday.
Προσπάθησε να καλύψει τα πληγωμένα της συναισθήματα όταν οι φίλοι της ξέχασαν τα γενέθλιά της.
03
επίπονος, οδυνηρός
causing misery or pain or distress
Sore
01
πληγή, έλκος
a painful spot on the skin, which is usually red or infectious
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sores
Λεξικό Δέντρο
sorely
soreness
sore



























