Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
somebody
01
κάποιος, ένας άνθρωπος
a person whose identity is not specified or known
Παραδείγματα
I heard somebody singing in the park last night.
Άκουσα κάποιον να τραγουδάει στο πάρκο χθες το βράδυ.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
κάποιος, ένας άνθρωπος