Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sombrero
01
σομπρέρο, μεξικάνικο καπέλο
a felt or straw hat with a wide brim and a tall crown, typically worn by Mexican men
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
sombreros
02
ένα από τα νησιά του Αγίου Χριστόφορου-Νέβις
one of the islands of Saint Christopher-Nevis
LanGeek



























