Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
soggy
01
μπογιατισμένος, υγρός
lacking firmness or usual texture due to being soaked through with moisture or water
Παραδείγματα
She stepped onto the soggy carpet and immediately felt the water squishing beneath her feet.
Πάτησε στο υγρό χαλί και αμέσως ένιωσε το νερό να πιέζεται κάτω από τα πόδια της.
Παραδείγματα
The pie filling made the bottom crust soggy and unappetizing.
Η γέμιση της πίτας έκανε το κάτω κρούστα υγρό και μη ελκυστικό.
Παραδείγματα
Despite the intriguing premise, the movie was bogged down by soggy dialogue and lackluster characters.
Παρά την ενδιαφέρουσα υπόθεση, η ταινία επιβαρύνθηκε από βαρετούς διαλόγους και άτονα χαρακτήρες.
Λεξικό Δέντρο
sogginess
soggy



























