to belie
be
bi
lie
ˈlaɪ
lai
bellebelike

Ορισμός και σημασία του "belie"στα αγγλικά

to belie
01

αναιρώ, αντιφάσκω

to fail to live up to a claim, promise, or expectation 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
belie
γ΄ ενικό πρόσωπο
belies
ενεστώτα μετοχή
belying
απλός αόριστος
belied
παθητική μετοχή
belied
Παραδείγματα
His dismal sales figures belied his claim of industry-leading performance. 

Οι καταθλιπτικές πωλήσεις του απέψευδαν τον ισχυρισμό του για κορυφαία απόδοση στον κλάδο.

02

διαψεύδω, αντιφάσκω

to create an impression of something or someone that is false 
Παραδείγματα
His calm demeanor belies the stress he is feeling inside. 

Η ήρεμη συμπεριφορά του αντιτίθεται στο άγχος που νιώθει μέσα του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store