to belie
Pronunciation
/bɪˈɫaɪ/

Ορισμός και σημασία του "belie"στα αγγλικά

to belie
01

αναιρώ, αντιφάσκω

to fail to live up to a claim, promise, or expectation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
belie
γ΄ ενικό πρόσωπο
belies
ενεστώτα μετοχή
belying
απλός αόριστος
belied
παθητική μετοχή
belied
Παραδείγματα
The study 's data belied the researchers' hypothesis about the drug's effectiveness.
Τα δεδομένα της μελέτης ανέτρεψαν την υπόθεση των ερευνητών σχετικά με την αποτελεσματικότητα του φαρμάκου.
02

διαψεύδω, αντιφάσκω

to create an impression of something or someone that is false
Παραδείγματα
The report 's optimistic tone belies the actual difficulties the company is facing.
Ο αισιόδοξος τόνος της έκθεσης κρύβει τις πραγματικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει η εταιρεία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store