Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sober
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
soberest
συγκριτικός βαθμός
soberer
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He has been sober for three years, overcoming his alcohol addiction.
Είναι νηφάλιος για τρία χρόνια, ξεπερνώντας τον εθισμό του στο αλκοόλ.
02
σωβαρός, αξιοπρεπής
dignified and somber, often associated with seriousness and a commitment to integrity and keeping promises
Παραδείγματα
His sober demeanor during the meeting conveyed the importance of the decisions being made.
Η μετριοπαθής του συμπεριφορά κατά τη διάρκεια της συνάντησης μετέφερε τη σημασία των αποφάσεων που λαμβάνονταν.
03
λιτός, διακριτικός
plain and not brightly colored
Παραδείγματα
She wore a sober dress to the formal dinner.
Φόρεσε ένα λιτό φόρεμα στο επίσημο δείπνο.
04
σοβαρός, αυστηρός
completely lacking in playfulness
to sober
01
ξεμεθάω, επιστρέφω στην πραγματικότητα
become sober after excessive alcohol consumption
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sober
γ΄ ενικό πρόσωπο
sobers
ενεστώτα μετοχή
sobering
απλός αόριστος
sobered
παθητική μετοχή
sobered
02
γίνομαι πιο ρεαλιστικός, ξαναβρίσκω τις αισθήσεις μου
become more realistic
03
ξεμεθάω, επιστρέφω στη νηφαλιότητα
cause to become sober



























