Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to teetotal
01
πρακτική της απόλυτης αποχής, απέχω από την κατανάλωση αλκοολούχων ποτών
practice teetotalism and abstain from the consumption of alcoholic beverages
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
teetotal
γ΄ ενικό πρόσωπο
teetotals
ενεστώτα μετοχή
teetotaling
απλός αόριστος
teetotaled
παθητική μετοχή
teetotaled
teetotal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most teetotal
συγκριτικός βαθμός
more teetotal
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His teetotal approach made him the designated driver for every event.
Η αποχή από το αλκοόλ του τον έκανε τον ορισμένο οδηγό για κάθε εκδήλωση.
Λεξικό Δέντρο
teetotaler
teetotaling
teetotaller
teetotal



























