snowflake
Pronunciation
/ˈsnoʊˌfleɪk/

Ορισμός και σημασία του "snowflake"στα αγγλικά

01

νιφάδα χιονιού, κρύσταλλος χιονιού

a unique small piece of snow fallen from the sky
snowflake definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
snowflakes
Παραδείγματα
The ground was covered with a blanket of snowflakes.
Το έδαφος ήταν καλυμμένο με μια κουβέρτα από νιφάδες χιονιού.
02

νιφάδα χιονιού, ευαίσθητο άτομο

a person regarded as overly sensitive, fragile, or easily offended
slang
Παραδείγματα
Online arguments often end with someone being labeled a snowflake.
Οι διαδικτυακές διαφωνίες συχνά καταλήγουν με κάποιον να χαρακτηρίζεται ως snowflake.

Λεξικό Δέντρο

snowflake

snow

+

flake

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store