Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sneak in
01
εισχωρώ αθόρυβα, εισάγω διακριτικά
to introduce something casually, without drawing attention
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
sneak
ενεστώτας
sneak in
γ΄ ενικό πρόσωπο
sneaks in
ενεστώτα μετοχή
sneaking in
απλός αόριστος
sneaked in
παθητική μετοχή
sneaked in
Παραδείγματα
She managed to sneak in a compliment during their conversation.
Κατάφερε να περάσει ένα κομπλιμέντο κατά τη διάρκεια της συζήτησής τους.
02
μπαίνω κρυφά, εισχωρώ λαθραία
to enter a place quietly and without being seen or detected
Παραδείγματα
He tried to sneak in through the back door without waking anyone up.
Προσπάθησε να μπει κρυφά από την πίσω πόρτα χωρίς να ξυπνήσει κανέναν.
03
εισφέρω κρυφά, μπαίνω στα κρυφά
to secretly bring someone or something into a place
Παραδείγματα
They decided to sneak in a quick snack before the meeting started.
Αποφάσισαν να παρεισφρήσουν για ένα γρήγορο σνακ πριν ξεκινήσει η συνάντηση.



























