to sneak in
Pronunciation
/snˈiːk ˈɪn/

Ορισμός και σημασία του "sneak in"στα αγγλικά

to sneak in
01

εισχωρώ αθόρυβα, εισάγω διακριτικά

to introduce something casually, without drawing attention
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
sneak
ενεστώτας
sneak in
γ΄ ενικό πρόσωπο
sneaks in
ενεστώτα μετοχή
sneaking in
απλός αόριστος
sneaked in
παθητική μετοχή
sneaked in
Παραδείγματα
He sneakily tried to sneak in a joke while discussing the serious topic.
Προσπάθησε να γλιστρήσει ένα αστείο ενώ συζητούσε το σοβαρό θέμα.
02

μπαίνω κρυφά, εισχωρώ λαθραία

to enter a place quietly and without being seen or detected
Παραδείγματα
The thief attempted to sneak in unnoticed but was caught by the security camera.
Ο κλέφτης προσπάθησε να εισχωρήσει κρυφά χωρίς να τον παρατηρήσουν αλλά πιάστηκε από την κάμερα ασφαλείας.
03

εισφέρω κρυφά, μπαίνω στα κρυφά

to secretly bring someone or something into a place
Παραδείγματα
She managed to sneak in a bottle of water despite the strict security.
Κατάφερε να φέρει κρυφά ένα μπουκάλι νερό παρά την αυστηρή ασφάλεια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store