snail
snail
sneɪl
sneil
snarl

Ορισμός και σημασία του "snail"στα αγγλικά

01

σαλιγκάρι, γυμνοσάλιαγκας

a small, soft creature which carries a hard shell on its back and moves very slowly 
snail definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
snails
Παραδείγματα
The snail crept slowly along the damp forest floor, leaving a glistening trail behind. 

Ο σαλιγκάρι σέρνονταν αργά κατά μήκος του υγρού δαπέδου του δάσους, αφήνοντας μια λαμπερή ουρά πίσω του.

02

σαλιγκάρι

edible terrestrial snail usually served in the shell with a sauce of melted butter and garlic 
snail definition and meaning
03

σαλιγκάρι, βραδυκίνητος

a person moving or acting with excessive slowness 
αποδοκιμαστικό
ανεπίσημο
Παραδείγματα
That snail took forever to get ready. 

Σαλιγκάρι χρειάστηκε μια αιωνιότητα για να ετοιμαστεί.

to snail
01

συλλέγω σαλιγκάρια, μαζεύω σαλιγκάρια

gather snails 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
snail
γ΄ ενικό πρόσωπο
snails
ενεστώτα μετοχή
snailing
απλός αόριστος
snailed
παθητική μετοχή
snailed
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store