smugly
smug
ˈsmʌg
σμαγκ
ly
li
λι
snugly

Ορισμός και σημασία του "smugly"στα αγγλικά

01

αυτάρεσκα, αλαζονικά

in a manner that shows one to be highly self-satisfied and arrogant 
smugly definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
ερωτηματικό επίρρημα
Παραδείγματα
She smugly smiled after winning the competition. 

Χαμογέλασε με αυταρέσκεια αφού κέρδισε τον διαγωνισμό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

smugly
smug
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store