Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to smile
01
χαμογελώ
to make our mouth curve upwards, often in a way that our teeth can be seen, to show that we are happy or amused
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
smile
γ΄ ενικό πρόσωπο
smiles
ενεστώτα μετοχή
smiling
απλός αόριστος
smiled
παθητική μετοχή
smiled
Παραδείγματα
She couldn't help but smile when she received a compliment.
Δεν μπορούσε παρά να χαμογελάσει όταν έλαβε ένα κομπλιμέντο.
02
χαμογελώ, σκιαγραφώ ένα χαμόγελο
to convey an emotion or sentiment through the act of smiling
Transitive: to smile an emotion
Παραδείγματα
She smiled her approval as he presented his idea.
Εκείνη χαμογέλασε την έγκρισή της καθώς παρουσίαζε την ιδέα του.
Smile
01
χαμόγελο
an expression in which our mouth curves upwards, when we are being friendly or are happy or amused
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
smiles
Παραδείγματα
A simple smile can make a big difference in someone's day.
Ένα απλό χαμόγελο μπορεί να κάνει μεγάλη διαφορά στην ημέρα κάποιου.



























