Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to slurp
01
ρουφώ θορυβωδώς, πίνω θορυβωδώς
to eat or drink noisily by inhaling a liquid or soft food, such as soup or noodles, often with a distinctive, impolite sound
Transitive: to slurp a liquid or soft food
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
slurp
γ΄ ενικό πρόσωπο
slurps
ενεστώτα μετοχή
slurping
απλός αόριστος
slurped
παθητική μετοχή
slurped
Παραδείγματα
He couldn't help but slurp his noodles loudly, causing a few raised eyebrows in the restaurant.
Δεν μπορούσε να σταματήσει να ρουφάει δυνατά τα νουντλς του, προκαλώντας μερικά σηκωμένα φρύδια στο εστιατόριο.
Slurp
01
slurp, ήχος ρουφήγματος
a noisy, often impolite sound made while eating or drinking, typically by inhaling a liquid or soft food, such as soup or noodles, with a quick, loud inhalation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
slurps



























