Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to slumber
01
κοιμάμαι, λαγοκοιμάμαι
to sleep, typically in a calm and peaceful manner
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
slumber
γ΄ ενικό πρόσωπο
slumbers
ενεστώτα μετοχή
slumbering
απλός αόριστος
slumbered
παθητική μετοχή
slumbered
Παραδείγματα
The entire household slumbered through the serene night.
Ολόκληρο το νοικοκυριό κοιμόταν μέσα στη γαλήνια νύχτα.
Slumber
01
ύπνος, ανάπαυση
a state of deep, restful sleep, often associated with peace and rejuvenation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The sound of the waves lulled her into a deep slumber on the beach.
Ο ήχος των κυμάτων την έβαλε σε βαθύ ύπνο στην παραλία.
02
ύπνος, ανάπαυση
a dormant or quiescent state



























