Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to slumber
01
κοιμάμαι, λαγοκοιμάμαι
to sleep, typically in a calm and peaceful manner
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
slumber
γ΄ ενικό πρόσωπο
slumbers
ενεστώτα μετοχή
slumbering
απλός αόριστος
slumbered
παθητική μετοχή
slumbered
Παραδείγματα
After a day of hiking, he found a peaceful spot to slumber under the trees.
Μετά από μια μέρα πεζοπορίας, βρήκε ένα ήσυχο σημείο για να κοιμηθεί κάτω από τα δέντρα.
Slumber
01
ύπνος, ανάπαυση
a state of deep, restful sleep, often associated with peace and rejuvenation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
slumbers
Παραδείγματα
The forest animals were in a state of slumber during the chilly winter months.
Τα ζώα του δάσους βρίσκονταν σε κατάσταση ύπνου κατά τους ψυχρούς χειμερινούς μήνες.
02
ύπνος, ανάπαυση
a dormant or quiescent state



























