to slumber
slum
ˈslʌm
slam
ber
encumbercumberlumberoutnumber

Ορισμός και σημασία του "slumber"στα αγγλικά

to slumber
01

κοιμάμαι, λαγοκοιμάμαι

to sleep, typically in a calm and peaceful manner 
Intransitive
to slumber definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
slumber
γ΄ ενικό πρόσωπο
slumbers
ενεστώτα μετοχή
slumbering
απλός αόριστος
slumbered
παθητική μετοχή
slumbered
Παραδείγματα
After a day of hiking, he found a peaceful spot to slumber under the trees. 

Μετά από μια μέρα πεζοπορίας, βρήκε ένα ήσυχο σημείο για να κοιμηθεί κάτω από τα δέντρα.

01

ύπνος, ανάπαυση

a state of deep, restful sleep, often associated with peace and rejuvenation 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
slumbers
Παραδείγματα
The forest animals were in a state of slumber during the chilly winter months. 

Τα ζώα του δάσους βρίσκονταν σε κατάσταση ύπνου κατά τους ψυχρούς χειμερινούς μήνες.

02

ύπνος, ανάπαυση

a dormant or quiescent state 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store