to slouch
slouch
slaʊʧ
slawch
slough

Ορισμός και σημασία του "slouch"στα αγγλικά

to slouch
01

κυρτώνω, απλώνομαι τεμπέλικα

to adopt a drooping, slumped, or lazy posture 
to slouch definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
slouch
γ΄ ενικό πρόσωπο
slouches
ενεστώτα μετοχή
slouching
απλός αόριστος
slouched
παθητική μετοχή
slouched
Παραδείγματα
She slouched in her chair during the meeting. 

Αυτή κουλουριάστηκε στην καρέκλα της κατά τη διάρκεια της συνάντησης.

02

σέρνομαι, περπατώ τεμπέλικα

to walk or move in a lazy, careless, or slovenly manner 
Παραδείγματα
He slouched down the street without paying attention. 

Αυτός σέρνονταν στο δρόμο χωρίς να δίνει προσοχή.

01

καμπούρα στάση, χαλαρή στάση

a drooping or stooped posture while standing or walking 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
slouches
Παραδείγματα
He walked with a slouch, shoulders rounded forward. 

Περπατούσε με κυρτή στάση, οι ώμοι στρογγυλεμένοι προς τα εμπρός.

02

τεμπέλης, ανίκανος

an incompetent or lazy person 
Παραδείγματα
Don't be such a slouch; help with the chores. 

Μην είσαι τέτοιος τεμπέλης; βοήθα με τις δουλειές.

Λεξικό Δέντρο

sloucher
slouch
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store