Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to slough
01
αποβάλλω, ξεφορτώνομαι
to shed or cast off of old skin, scales, feathers, or horns, typically as part of a natural growth
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
slough
γ΄ ενικό πρόσωπο
sloughs
ενεστώτα μετοχή
sloughing
απλός αόριστος
sloughed
παθητική μετοχή
sloughed
Slough
01
έκδυση, απορριφθείσα πέτρα
any outer covering that can be shed or cast off (such as the cast-off skin of a snake)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sloughs
02
ένα νεκρό κλάδο, ένας βάλτος
a stagnant or slow-moving channel or inlet, often connected to a larger body of water, such as a marsh, swamp, or backwater
Παραδείγματα
Over time, sediment buildup narrowed the slough, altering its ecosystem dynamics.
Με το πέρασμα του χρόνου, η συσσώρευση ιζημάτων στένωσε τον βάλτο, αλλάζοντας τη δυναμική του οικοσυστήματος.
03
μια κοιλότητα γεμάτη λάσπη, μια λασπώδης κοιλάδα
a hollow filled with mud
04
νεκρωτικός ιστός, γάγγραινο μέρος
necrotic tissue; a mortified or gangrenous part or mass
Λεξικό Δέντρο
sloughing
slough



























