Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to slay
01
δολοφονώ, σκοτώνω
to intentionally cause someone's death with planning and purpose
Transitive: to slay a person or animal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
slay
γ΄ ενικό πρόσωπο
slays
ενεστώτα μετοχή
slaying
απλός αόριστος
slew
παθητική μετοχή
slain
Παραδείγματα
The villain plotted to slay the hero in a cunning and deliberate manner.
Ο κακός σχεδίασε να σκοτώσει τον ήρωα με έναν πονηρό και σκόπιμο τρόπο.
02
σκοτώνω, καταστρέφω
to impress, look amazing, or perform exceptionally well, especially in style or appearance
αργκό
Παραδείγματα
She slayed in that red carpet gown.
Τα έσπασε με εκείνο το φόρεμα στο κόκκινο χαλί.
slay
01
Τέλειο!, Φανταστικό!
used to praise someone for doing something exceptionally well
αργκό
Παραδείγματα
That outfit is absolutely perfect, slay!
Αυτή η εμφάνιση είναι απολύτως τέλεια, slay!
Λεξικό Δέντρο
slayer
slaying
slay



























