skylark
Pronunciation
/ˈskaɪˌɫɑɹk/

Ορισμός και σημασία του "skylark"στα αγγλικά

01

σταρήθρα, κοινή σταρήθρα

a common passerine with brownish plumage that is recognized by its call while flying
skylark definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
skylarks
to skylark
01

παίζω θορυβωδώς, χοροπηδώ

play boisterously
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
skylark
γ΄ ενικό πρόσωπο
skylarks
ενεστώτα μετοχή
skylarking
απλός αόριστος
skylarked
παθητική μετοχή
skylarked

Λεξικό Δέντρο

skylark

sky

+

lark

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store