Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Skylark
01
σταρήθρα, κοινή σταρήθρα
a common passerine with brownish plumage that is recognized by its call while flying
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
skylarks
to skylark
01
παίζω θορυβωδώς, χοροπηδώ
play boisterously
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
skylark
γ΄ ενικό πρόσωπο
skylarks
ενεστώτα μετοχή
skylarking
απλός αόριστος
skylarked
παθητική μετοχή
skylarked



























