skillful
skill
ˈskɪl
skil
ful
fʊl
fool
thrillfulwillful
skilful
skilfull

Ορισμός και σημασία του "skillful"στα αγγλικά

01

επιδέξιος, δεξιοτέχνης

very good at doing something particular 
skillful definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most skillful
συγκριτικός βαθμός
more skillful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She is a skillful surgeon, known for her steady hands and precise techniques in the operating room. 

Είναι μια επιδέξια χειρουργός, γνωστή για τα σταθερά της χέρια και τις ακριβείς τεχνικές της στο χειρουργείο.

02

επιδέξιος, ειδύλλιο

done with delicacy and skill 

Λεξικό Δέντρο

skillfully
skillfulness
unskillful
skillful
skill
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store