Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
skillful
01
επιδέξιος, δεξιοτέχνης
very good at doing something particular
Παραδείγματα
The skillful dancer moves with grace and fluidity, captivating the audience with their performance.
Ο επιδέξιος χορευτής κινείται με χάρη και ρευστότητα, μαγεύοντας το κοινό με την παράστασή του.
02
επιδέξιος, ειδύλλιο
done with delicacy and skill
Λεξικό Δέντρο
skillfully
skillfulness
unskillful
skillful
skill



























