Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to skew
01
αποκλίνω, γλιστράω
to deviate abruptly or shift unexpectedly from the current course or position
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
skew
γ΄ ενικό πρόσωπο
skews
ενεστώτα μετοχή
skewing
απλός αόριστος
skewed
παθητική μετοχή
skewed
Παραδείγματα
As the driver applied the brakes on the icy road, the car skewed unexpectedly.
Καθώς ο οδηγός έβαλε τα φρένα στον παγωμένο δρόμο, το αυτοκίνητο παρέκλινε απροσδόκητα.
skew
01
λοξός, κλιτύς
having an oblique or slanting direction or position
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most skew
συγκριτικός βαθμός
more skew
διαβαθμίσιμο



























