to skew
skew
skju:
skyoo
shewchewanewcoup

Ορισμός και σημασία του "skew"στα αγγλικά

to skew
01

αποκλίνω, γλιστράω

to deviate abruptly or shift unexpectedly from the current course or position 
Intransitive
to skew definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
skew
γ΄ ενικό πρόσωπο
skews
ενεστώτα μετοχή
skewing
απλός αόριστος
skewed
παθητική μετοχή
skewed
Παραδείγματα
As the driver applied the brakes on the icy road, the car skewed unexpectedly. 

Καθώς ο οδηγός έβαλε τα φρένα στον παγωμένο δρόμο, το αυτοκίνητο παρέκλινε απροσδόκητα.

01

λοξός, κλιτύς

having an oblique or slanting direction or position 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most skew
συγκριτικός βαθμός
more skew
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

skewed
skewer
skew
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store