Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Skepticism
01
σκεπτικισμός
a doubting or questioning attitude towards ideas, beliefs, or claims that are generally accepted
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The proposal was met with skepticism by the board, who questioned its feasibility.
Η πρόταση συναντήθηκε με σκεπτικισμό από το συμβούλιο, το οποίο αμφισβήτησε τη σκοπιμότητά της.
02
σκεπτικισμός
the philosophical theory that certain knowledge is unattainable
Λεξικό Δέντρο
skepticism
skeptic



























