Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
singularly
01
μοναδικά, αξιοσημείωτα
in a way that is notably distinctive or unusually remarkable
Παραδείγματα
The building 's architecture was singularly modern and innovative.
Η αρχιτεκτονική του κτιρίου ήταν ιδιαίτερα μοντέρνα και καινοτόμα.
Λεξικό Δέντρο
singularly
singular
single



























