Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
single-handed
01
μόνος, χωρίς βοήθεια
without assistance
γραμματικές πληροφορίες
single-handed
01
μονόπλευρος, μόνος
completed or performed by one person alone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most single-handed
συγκριτικός βαθμός
more single-handed
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The single-handed effort of the firefighter saved the family.
Η μονομερής προσπάθεια του πυροσβέστη έσωσε την οικογένεια.
02
μονός, χωρίς βοήθεια
unsupported by other people



























