Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Signpost
01
οδικός δείκτης, πινακίδα κατεύθυνσης
a post displaying a sign that indicates directions or provides guidance on location or route
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
signposts
Παραδείγματα
A signpost at the crossroads pointed to three different villages.
Ένας οδικός δείκτης στη διασταύρωση έδειχνε προς τρία διαφορετικά χωριά.
to signpost
01
τοποθετώ πινακίδες, σημαδεύω
to mark a place such as a road, etc. with a signpost
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
signpost
γ΄ ενικό πρόσωπο
signposts
ενεστώτα μετοχή
signposting
απλός αόριστος
signposted
παθητική μετοχή
signposted
Παραδείγματα
The trail was well signposted, making it easy for hikers to navigate.
Το μονοπάτι ήταν καλά σηματοδοτημένο, κάνοντας εύκολη την πλοήγηση για τους πεζοπόρους.
02
σημειώνω, καθοδηγώ
to clearly indicate or highlight the structure, direction, or development of a speech, argument, or presentation
Transitive
Παραδείγματα
The lecturer signposted the main points at the start of her talk.
Η ομιλήτρια υπέδειξε τα κύρια σημεία στην αρχή της ομιλίας της.
Λεξικό Δέντρο
signpost
sign
post



























