beefy
bee
ˈbi:
bi
fy
fi
fi
beery

Ορισμός και σημασία του "beefy"στα αγγλικά

01

μυώδης, δυνατός

with a strong body and well-built muscles 
beefy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
beefiest
συγκριτικός βαθμός
beefier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
physique, strength, appearance
Παραδείγματα
The beefy bouncer at the club easily handled rowdy patrons with his imposing presence. 

Ο γερό μπράβος του κλαμπ αντιμετώπισε εύκολα τους θορυβώδεις πελάτες με την εντυπωσιακή του παρουσία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

beefy
beef
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store