Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sightseeing
01
τουρισμός, περιήγηση
the activity of visiting interesting places in a particular location as a tourist
Παραδείγματα
Their sightseeing in London included the Tower of London, the British Museum, and Buckingham Palace.
Ο τουρισμός τους στο Λονδίνο περιλάμβανε τον Πύργο του Λονδίνου, το Βρετανικό Μουσείο και το Ανάκτορο του Μπάκιγχαμ.
02
πρόταση γάμου, αιτημα γάμου
ask (someone) to marry you
Λεξικό Δέντρο
sightseeing
sightsee
sight
see



























