sightseeing
Pronunciation
/ˈsaɪtˌsiɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "sightseeing"στα αγγλικά

01

τουρισμός, περιήγηση

the activity of visiting interesting places in a particular location as a tourist
sightseeing definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Their sightseeing in London included the Tower of London, the British Museum, and Buckingham Palace.
Ο τουρισμός τους στο Λονδίνο περιλάμβανε τον Πύργο του Λονδίνου, το Βρετανικό Μουσείο και το Ανάκτορο του Μπάκιγχαμ.
02

πρόταση γάμου, αιτημα γάμου

ask (someone) to marry you

Λεξικό Δέντρο

sightseeing
sightsee

sight

+

see

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store