Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to achieve
01
επιτυγχάνω, κατορθώνω
to finally accomplish a desired goal after dealing with many difficulties
Transitive: to achieve a goal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
achieve
γ΄ ενικό πρόσωπο
achieves
ενεστώτα μετοχή
achieving
απλός αόριστος
achieved
παθητική μετοχή
achieved
Παραδείγματα
After years of hard work and dedication, she finally achieved her dream of becoming a published author.
Μετά από χρόνια σκληρής δουλειάς και αφοσίωσης, επιτέλους έφτασε το όνειρό της να γίνει δημοσιευμένη συγγραφέας.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
achievable
achievement
achiever
achieve



























