Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to achieve
01
επιτυγχάνω, κατορθώνω
to finally accomplish a desired goal after dealing with many difficulties
Transitive: to achieve a goal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
achieve
γ΄ ενικό πρόσωπο
achieves
ενεστώτα μετοχή
achieving
απλός αόριστος
achieved
παθητική μετοχή
achieved
Παραδείγματα
The student 's perseverance and late-night study sessions helped him achieve high scores on the challenging exams.
Η επιμονή του μαθητή και οι νυχτερινές μελέτες του τον βοήθησαν να καταφέρει υψηλούς βαθμούς στις δύσκολες εξετάσεις.
Λεξικό Δέντρο
achievable
achievement
achiever
achieve



























