Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sieve
01
κόσκινο, σουρωτήρι
a tool with many small holes and a wire net used for separating solid materials from smaller ones or liquids
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sieves
to sieve
01
κοσκινίζω, φιλτράρω
separate by passing through a sieve or other straining device to separate out coarser elements
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sieve
γ΄ ενικό πρόσωπο
sieves
ενεστώτα μετοχή
sieving
απλός αόριστος
sieved
παθητική μετοχή
sieved
02
κοσκινίζω, φιλτράρω
distinguish and separate out
03
κοσκινίζω, εξετάζω προσεκτικά
check and sort carefully
04
κοσκινίζω, εξετάζω
examine in order to test suitability



























