Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sickly
01
αρρωστημένος, αδύναμος
weak or unhealthy, often in a way that suggests long-term illness or a lack of vitality
Παραδείγματα
She looked sickly after weeks of poor nutrition and little rest.
Φαινόταν ασθενική μετά από εβδομάδες κακής διατροφής και λίγης ξεκούρασης.
02
αρρωστημένος, ανθυγιεινός
unhealthy looking
03
προκαλεί ναυτία, υπερβολικά γλυκός
of something too strong or unpleasant, like a taste, smell, color, or light, that makes you feel uneasy or sick
Παραδείγματα
A sickly haze hung over the factory, making it hard to breathe.
Μια αρρωστημένη ομίχλη κρεμόταν πάνω από το εργοστάσιο, κάνοντας δύσκολη την αναπνοή.
Λεξικό Δέντρο
sickly
sick



























