to shrug
shrug
ʃrʌg
shrag
buggplugglugdrug

Ορισμός και σημασία του "shrug"στα αγγλικά

to shrug
01

ανοίγω τους ώμους, σηκώνω τους ώμους

to momentarily raise one's shoulders to express indifference 
Intransitive
to shrug definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
shrug
γ΄ ενικό πρόσωπο
shrugs
ενεστώτα μετοχή
shrugging
απλός αόριστος
shrugged
παθητική μετοχή
shrugged
Παραδείγματα
When asked about his plans for the weekend, he just shrugged and said he hadn't decided yet. 

Όταν ρωτήθηκε για τα σχέδιά του για το σαββατοκύριακο, απλώς ανατρίχιασε και είπε ότι δεν είχε αποφασίσει ακόμη.

01

ανασηκωμός των ώμων, σήκωμα των ώμων

a movement of the shoulders, typically expressing doubt, indifference, or ignorance 
shrug definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shrugs
Παραδείγματα
He gave a shrug when asked about the missing files. 

Σήκωσε τους ώμους όταν τον ρώτησαν για τα αρχεία που λείπουν.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store